Γερμανοτσολιάδες…

O μπάρμπα Λάμπρος, ταγματάρχης εν αποστρατεία, έλεγξε για ακόμη μία φορά τον εξοπλισμό του.

Τυφέκιον Μ1, άδειο αλλά καλοδιατηρημένο.

Ξιφολόγχη, δοξασμένη αλλά κατασκουριασμένη.

Το κράνος είχε ακόμη πάνω του κάτι βρύα και λειχήνες, γιατί η γριά τού το είχε μετατρέψει σε γλάστρα στην αυλή, αλλά δεν πείραζε. Θα τον βοηθούσαν να περάσει απαρατήρητος από το Βοτανικό Κήπο.

Η σημαία του, η ένδοξη σημαία του 6ου συντάγματος πεζικού, που δοξάστηκε στα βουνά της Αλβανίας, ήταν σκωροφαγωμένη, είχε κάτι μπαλώματα, αλλά δεν την άλλαζε με όλες τις σημαίες του κόσμου.

Αυτή κρατούσε φωνάζοντας ΑΕΡΑ σχεδόν πριν από 70 χρόνια, τότε που ήταν ο μεγαλύτερος λεβέντης και ο πλέον περιζήτητος γαμπρός του χωριού.

Έκανε 10 λεπτά να σηκωθεί από την πολυθρόνα του -άτιμοι ρευματισμοί- για να στηθεί μπροστά στον καθρέφτη. Ήθελε να επιθεωρήσει την «καλή» στολή του με τα χρυσά σιρίτια, τις γαλάζιες επωμίδες, τα γυαλισμένα κουμπιά και την περικεφαλαία με το λοφίο. Σε αυτήν τα περισσότερα φτερά είχαν χαθεί, αλλά τα αντικατέστησε προσεκτικά με κάποια καινούργια από το ξεσκονόπανο της αλβανίδας οικιακής βοηθού -να δεις πώς τη λένε, άτιμη Αλτσχάιμερ- που πρόσεχε και την κατάκοιτη γυναίκα του.

Ο ταγματάρχης καμάρωνε όμως κυρίως για τα αμέτρητα -ο ίδιος βέβαια τα είχε μετρήσει χιλιάδες φορές- παράσημα που στόλιζαν τη στολή του.

Κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Έπρεπε να ξεκινήσει αμέσως, για να γυρίσει στην ώρα του και να πάρει τα 22 διαφορετικά χάπια που του έδωσαν οι γιατροί.

«Άτιμα γεράματα», σκέφτηκε ο 92χρονος πλέον απόστρατος ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού και με τη σημαία στη μασχάλη, κούτσα κούτσα, βγήκε από το σπίτι.

Δεν είχε πολλή κίνηση και το ταξί τον πήγε γρήγορα στο κέντρο της Αθήνας.

Ο μπάρμπα Λάμπρος με την «καλή» στολή του, το τυφέκιον Μ1 στον ώμο και την ξιφολόγχη περασμένη στη μέση κατέβηκε από το ταξί.

Αμέσως βρέθηκε περικυκλωμένος από τρεις έκπληκτους αστυνομικούς, που περιπολούσαν στην περιοχή.

«Πού πας, παππούλη;», τον ρώτησε ο πιο σωματώδης απ’ όλους, δύο κεφάλια ψηλότερος από τον ταγματάρχη.

«Πρέπει, παιδιά μου, να κατεβάσω τη γερμανική σημαία», απάντησε.

«Ποια γερμανική σημαία, ρε παππού; Έι, τέλειωσε ο πόλεμος, δεν το ‘μαθες; Τη σημαία την κατέβασε από την Ακρόπολη ο Γλέζος», ξανάπε ο χωροφύλαξ, κοιτάζοντας τους άλλους δύο, για να δει αν γέλασαν με την εξυπνάδα του.

«Προσοχή, ανάγωγο χαμηλόβαθμο αστυνομικό όργανο. Ξέρεις σε ποιον μιλάς;», είπε με όση δύναμη διέθετε ο μπάρμπα Λάμπρος.

Το «όργανο» -περισσότερο εξεπλάγη παρά ψάρωσε- κάθισε προσοχή.

Ο μπάρμπα Λάμπρος συνέχισε:

«Δεν πάω, βλαξ, να κατεβάσω τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη… Θα την κατεβάσω από τα κεντρικά του ΟΤΕ».

Advertisements

~ από gaios στο Μαΐου 18, 2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: