Λαός… κερασφόρος (παραπολιτική νουβέλα)

Την υποπτευόταν μήνες τώρα. Ήταν φανερή η αλλαγή της συμπεριφοράς της. Είχε γίνει αφηρημένη, και όταν της έλεγες κουβέντα σου έβγαζε κάτι ανόητους δεκάρικους περί ηθικής και διαφάνειας τόσον υπερβολικούς που άρχισε να αμφιβάλει για την ειλικρίνιά της. Ήταν σαν να είχε, όπως λέει ο λαός, τη μύγα.

Η Δικαιοσύνη, έτσι λένε την κυρία για την οποία μιλάμε, ήταν στα νειάτα της μια πολύ ζωντανή κυρία, με άποψη και τσαμπουκά. Όποιος την πλησίαζε για να την πειράξει ή να τη φλερτάρει αναλάμβανε μεγάλο ρίσκο να περάσει μερικές μέρες στο υγρό κελί της φυλακής. Τέτοια ήταν η μαντάμ Δικαιοσύνη, αδέκαστη, σκληρή φαινομενικά αλλά και ευαίσθητη με τους αδύνατους όταν χρειαζόταν.

Τελευταία όμως, η Δικαιοσύνη είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Παραμιλούσε στον ύπνο της, ντυνόταν καλύτερα και πεταγόταν αλαφιασμένη όταν κτυπούσε το τηλέφωνο.

Ο σύζυγός της, ο Λαός, καθόταν σε αναμένα κάρβουνα. Ήξερε, από τη μέρα του γάμου τους ακόμα, ότι η Δικαιοσύνη τον θεωρούσε κατώτερο από την ίδια, πολύ… λαϊκό για τα γούστα της, αλλά ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει την ηθική της. Και όμως ήταν σχεδόν βέβαιος ότι αυτή η φαγούρα στο μέτωπό του δεν ήταν από δήγμα εντόμου, αλλά πιθανότατα η επώαση ενός μεγαλοπρεπούς κέρατου.

Σήμερα όμως θα τελείωναν όλα. Καταπολέμησε τη ντροπή που του προκαλούσε το γεγονός ότι παρακολουθούσε εδώ και μισή ώρα τη γυναίκα του και διακριτικά και από απόσταση ασφαλείας γλίστρησε πίσω της. Λίγα λεπτά αργότερα την είδε να περνάει την περιστρεφόμενη πόρτα ένος μεγάλου κεντρικού ξενοδοχείου της πρωτεύουσας. Οι φόβοι του σιγά σιγά επιβεβαιωνόταν. Μπήκε κι αυτός.

Χρειάστηκε να δώσει ένα σωρό χρήματα στον γκρουμ για να του δώσει αριθμό δωματίου και ένα πασπαρτού. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μπούκαρε βιαστικά και αιφνιδιαστικά στη σουίτα 323. Αυτό που είδε του έκοψε τα γόνατα. Η γυναίκα του, ήταν ολόγυμνη ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι δίπλα σε μία άλλη ξανθιά γυμνή γυναίκα. Η Δικαιοσύνη τον κοίταξε χωρίς πανικό.

«Λαέ, από δω η φίλη μου η Kυβέρνηση. Γλυκειά μου, αυτός είναι ο άντρας μου.

– Μμμμ γλυκούλης είπε και γέλασαν και οι δύο με την καρδιά τους βλέποντας τον Λαό να φεύγει αλαφιασμένος.

– Μωρέ τον λυπήθηκα λιγάκι, είπε η Κυβέρνηση.

– Άστον θα συνηθίσει αντέτεινε η Δικαιοσύνη και έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι και το φως στο δωμάτιο. Δεν είχε ακόμη χορτάσει την νέα της… εξουσία.

 

Advertisements

~ από gaios στο Ιουλίου 6, 2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: