Επενδύοντας στα κάλαντα

Ήρθε η ώρα να μπούμε στο κλίμα των Χριστουγέννων. Όχι στην εορταστική του εκδοχή, αλλά σαν νάμασταν πρωταγωνιστές στο παραμύθι «το κοριτσάκι με τα σπίρτα».

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, πρωταγωνιστεί σε άλλο παραμύθι. Του «Σκρουτζ».

Μόνο που σ’ εκείνο, ο τσιγγούνης μαγαζάτορας με την παρέμβαση τριών πνευμάτων αλλάζει, και γίνεται καλός και χουβαρδάς, ενώ στην δική μας περίπτωση ο εντόπιος «Σκρουτζ», απλώς ανέλαβε την… αντικειμενική ευθύνη.

Εφέτος τα Χριστούγεννα, για οικονομικούς λόγους, μην ανησυχείτε. Όσο μακριά κι αν κατοικείτε θα σας βρουν να σας πουν τα κάλαντα.

Δεν είμαι βέβαιος πόσοι θα ανοίξουν την πόρτα τους στα παιδιά. Φοβάμαι μήπως πολλοί κάνουν ησυχία, ότι -και καλά- απουσιάζουν σε διακοπές. Αυτούς θα τους επισκεφτούν αργότερα οι καλικάντζαροι.

Άλλοι, πάλι, πιο ειλικρινείς απλώς θα φωνάζουν από μέσα… «δώσαμε, δώσαμε».

Η τρίτη κατηγορία είναι αυτοί που θα απουσιάζουν πραγματικά. Όχι σε διακοπές -με τι λεφτά;- αλλά για να πουν κι αυτοί τα κάλαντα.

Φέτος, φοβάμαι ότι πολλοί θα ανακαλύψουν «το παιδί μέσα τους», μπας και βγάλουν τη δόση κάποιας πιστωτικής.

Άκουσα χθες μία γιαγιά, κοντά στα 80φεύγα, να τραγουδάει το «τρίγωνα – κάλαντα»… Υποπτεύομαι ότι έκανε πρόβα.

Δεν αποκλείεται την παραμονή των Χριστουγέννων να ακουστεί από τις μαθητικές πορείες και ένα Χριστουγεννιάτικο σύνθημα: «Του Χριστού η γέννηση όλους μας ενώνει/ μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι».»

Ξέρετε τι διαφορά θα έχουν τα επεισόδια μετά την πρωτοχρονιά; Θα πετούν μολότοφ σε μπουκάλια σαμπάνιας.

Ο γιος μου με ρώτησε τι είναι έλατο; Ως καλός πατέρας του εξήγησα ότι στην Ελλάδα «έλατο λέγεται το δέντρο που καίμε το καλοκαίρι και στολίζουμε τον χειμώνα».

       Στην Αμερική η πυραμίδα που έστησε ο χρηματιστής Μάντοφ  -σε ότι αφορά τα ποσά που διακινήθηκαν- κάνει το σκάνδαλο του Βατοπεδίου να φαίνεται σαν κλοπή παγκαριού επαρχιακής εκκλησίας.

     
       Δεν επιβεβαιώθηκε η πληροφορία ότι ο αμερικανός ελαφροχέρης είχε πνευματικό τον Efraim.


Advertisements

~ από gaios στο Δεκέμβριος 18, 2008.

Ένα Σχόλιο to “Επενδύοντας στα κάλαντα”

  1. τα κάλαντα

    Καλήν ημέραν «άρχοντες»
    και βγάλτε το σκασμό σας
    ώστε Λαού τη γέννηση
    να πω στο αρχοντικό σας.

    Νέος Λαός γεννήθηκε
    τις μέρες του Δεκέμβρη
    που θα σαρώσει ό,τι στραβό
    στο δρόμο του θα έβρει.

    Τα Σκάνδαλα ο πατέρας του,
    η Διαφθορά η μητέρα-
    τρώγοντας πείνα εθέριεψε
    και σπάει όλη μέρα.

    Σπάει και καίει και χαλά
    ώσπου όλα να γκρεμίσει
    και νέο κάτι κι όμορφο
    με χέρια αγνά να χτίσει.

    Καλήν ημέρα κλέφταρε
    Καραμανλή που υφαίνεις
    ρούχο μετάξινο με ιδρώ
    κι αίμα εργασίας ξένης.

    Καλήν ημέραν υπουργοί
    που γλωσσοκοπανάτε
    για να δικιολογήσετε
    τα όσα μας βουτάτε.

    που οχυρωμένοι πίσω από
    τον καπιταλισμό σας
    το κάθε ευρώ μας κάνετε
    Κεφάλαιο δικό σας.

    Γεια σας που τώρα ο λαός
    που έχει πια ξυπνήσει
    λαιμούς θα κόβει παχουλούς
    ωσότου βαριεστήσει.

    Καλήν ημέρα υπουργέ
    που έναν παρά δε δίνεις
    για τίποτα, μόνο κοιτάς,
    αρπάς και καταπίνεις.

    Και διόλου δε σκοτίζεσαι,
    γιατί καλά γνωρίζεις
    ότι αρκεί να εκλεγείς
    και ύστερα αλωνίζεις

    σε πορτοφόλια αλλότρια
    και περιβόλια ξένα
    χωρίς ποτέ λογαριασμό
    να δίνεις σε κανέναν.

    Κοιμήσου ήσυχα. Όλοι αυτοί
    που κλέβουνε μαζί σου
    σα μέλισσες βασίλισσα
    φυλάνε τη ζωή σου’

    Γιατί αν τους πάθεις τίποτα
    και μέσα μπεις στην κάσα
    αμέσως τότε κόβεται
    και η δική τους μάσα.

    Καλήν ημέραν άρχοντες
    που η αξία σας όλη
    είναι ό,τι μας επήρατε
    από το πορτοφόλι.

    Γεια σας που οι καρέκλες σας
    τόσο ένα είναι μαζί σας
    που πάνω τους σα φύγετε
    θα μείνει το πετσί σας.

    Που όλα ισοπεδώσατε
    κι έτσι έχετε ρημάξει
    που Ηρακλής χρειάζεται
    να βάλει κάποια τάξη.

    Γεια και χαρά σας άρχοντες

    που αντί αρχοντιλίκι

    ολόγιομο καθένας σας

    μ’ ακαθαρσίες καθήκι.

    Που διοίκηση για σας θα πει
    κλεψιά και αγυρτεία
    κι αντί για κύριοι νά ‘σαστε
    είσαστε αλητεία.

    Αστείοι! τάχα που ήρθατε
    τη φτώχεια να ταίστε
    κι αντίς γι αυτό τη γδύσατε
    πλούσια εσείς να ζήστε.

    Με δέκα που μασούσατε
    ακούραστες μασέλες
    στου έρμου λαού τον κορβανά
    κολλώντας σαν αβδέλλες.

    Που τόσο χώρα έχετε σεις
    κι άθλια νου δου ταυτίσει,
    που την πατρίδα έχουμε
    την ίδια μας μισήσει.

    Καλή σας μέρα. Μ’ αν δε ‘ρθει
    άλλος δε θα σας φταίει
    παρά η καυτή σας διαφθορά
    εσάς ττου τώρα καίει.

    Καλή σου μέρα υπουργέ
    των Εξωτερικών μας
    που αλωνίζεις Ουάσινγκτον,
    Παρίσια, Λόντρας, Ρώμας,

    νομίζοντας ότι έγινες
    όπως ο Τζεμ μεγάλη
    κι ότι καλλίτερη καμιά
    YΠΕΞ δεν είναι άλλη.

    Που περιφέρεις ευτυχής
    τα χάλια της Ελλάδας
    σαν πισινός που επαίρεται
    για αέρια φασουλάδας.

    Γεια σου και συ Αντώναρε
    τετράγωνε σα δέμα
    που σαν κουρούνα κρώζοντας
    μας χόρτασες στο ψέμα.

    Γεια σου ωρέ πρωθυπουργέ
    εχθρέ της νεολαίας-
    της μαύρης σου το κλείσιμο
    που ετοιμάζει αυλαίας.

    Γεια σου αγέλαστο ρομπότ
    που τους εργάτες στύβεις
    και πάνω τους με λήσταρχου
    μόνο ενδιαφέρον σκύβεις.

    Γεια σου που στις μαλαγανιές
    είσαι σωστή μανούλα
    στη διαφθορά είσ’ αχτύπητος
    και άσσος στη ρεμούλα.

    Στην κατηφόρα είσαι καλός.
    όμως σε τίμιο αγώνα
    από τα χίλια του σκαλιά
    δε θα ‘σουν ούτε στο ‘να.

    Χαίρου πρωτιές απάνθρωπες
    λοιπόν και ντροπιασμένες
    και οι χαρές της ανθρωπιάς
    ας σου είναι πάντα ξένες.

    Επλούτισες. Για σένανε
    αυτό μετράει μόνο.
    Και κάθε τέταρτον εσύ
    ζητάς την ψήφο χρόνο
    ;
    του άμοιρου αυτού λαού
    που ζωντανός σαπίζει.
    Κι ενώ η σαπίλα του είσαι συ
    και πάλι σε ψηφίζει.
    .
    Κλέβε λοιπόν όσο ειν’ καιρός
    και τρώγε του σκασμού σου
    πριν έρθει η ώρα η καλή
    που δε χωράει ο νους σου-

    που όσοι επλουτίζανε
    ανθρώπους δυστυχώντας,
    σαν βούβαλοι θα τρέμουνε
    που ‘χει διαλέξει λιόντας.

    Γεια σου λοιπόν πρωθυπουργέ
    του λαού αιματοπότη
    που πώς θα φας και πώς θα
    πιεις
    σκέψη σου είναι πρώτη.

    Γεια σου που πάνω χέζεσαι
    όταν ο τούρκος βγαίνει
    και βόλτες στο Αιγαίο μας
    σαν κύριος πηγαίνει.

    Που δεν το νιώθεις οι ευρωπαίοι
    γερά πως σε δουλεύουν
    και ότι τύπους σαν και σε
    να έβρουνε γυρεύουν,

    να λένε «vαι» και «μάλιστα»
    κι υπάκουοι να είναι
    όταν ot φράγκοι θα τους λέν
    «γυάλισε!», «ράψε!», «πλύνε!»,

    μόνο για μέγιστη τιμή
    το έχεις να σου δίνουν
    φράγκικα χέρια καρπαζιές
    που πιο θα σε κοντύνουν.

    Που ή ηλίθιος ή άτιμος
    ή βλάκας να ‘σαι πρέπει
    απ’ την κλεψιά όλη η κλίκα σου
    γεμάτη να ‘χει τσέπη

    και συ να κάνεις σαν να μη
    χαμπάρι το ‘χεις πάρει:
    τότε άδειασέ μας τη γωνιά
    και μη γυρεύεις χάρη

    λέγοντας «δεν το ήξερα»
    ποιος τότε θα το ξέρει;
    τα δάχτυλα ό,τι κάνουνε
    το αγνοεί το χέρι;

    Που στην αμερικάνικη
    στέλνεις σερί πρεσβεία
    την κάθε μια διαδήλωοη,
    την κάθε απεργία,

    με την ελπίδα να στραφούν
    σε κείνη μόνο ενάντια
    και σένα να σ’ αφήσουνε
    στη μαύρη σου κατάντια’

    να κλέβουν ήγουν ήσυχα
    οι γαλάζιοι σου χαχόλοι
    και να γελάς με το λαό
    και συ κι η κλίκα σου όλη.
    .
    ι

    Και σε ακούει ο λαός
    και ήσυχον σ’ αφήνει
    γιατ’ ειν’ ανόητος-αντίς
    το στόμα να σου κλείνει.

    Και λες ότι τους έδωσες
    ελευθερίες πλήθος
    που πλάτος έχουν άμετρο
    κι απύθμενο έχουν βύθος.

    Μα μες στην τσέπη του καθείς
    αρκεί για να κοιτάξει
    και να ιδεί πως τα λεφτά
    που είχε έχουν πετάξει

    σε φόρους, σε καθημερνές
    πρώτες ζωής ανάγκες,
    σε κόλπα που σκαρώνουνε
    της αγοράς οι μάγκες,

    σε βίλλες των αχρείων σου
    υπουργών τε και συμβούλων,
    σε καταθέσεις άμετρων
    στην ξένην φαταούλων…

    Και τότε αντιλαμβάνεται
    πως λεύτερος για να ‘ναι
    πρέπει λεφτά στην τσέπη του
    ν’ ακούει να βροντάνε.

    Όμως, αισχρέ πρωθυπουργέ
    κρατάς εσύ το χρήμα
    κι ελευθερίες λες σ’ αυτούς
    ότι σκορπίζεις. Κρίμα!

    Κρίμα γιατί και συ αυτούς
    αισχρά τους κοροϊδεύεις
    και τους ρουφάς το αίμα τους
    και τους χιλιοπαιδεύεις,

    αλλά και κρίμα γιατί αυτοί
    να ζεις σ’ έχουν ακόμα
    αντί το έτσι που μ’ αυτούς
    γελάει να κλείσουν στόμα.

    Γεια σου μιαρέ πρωθυπουργέ
    μαέστρο της ρεμούλας
    που με τις σάρκες τρέφεσαι
    μίας Ελλάδας δούλας.

    Που αρσακειάδα είσαι μπρος
    στον Πρόεδρο της χώρας
    και στο λαό λαύρος ορμάς
    μετά μεγάλης φόρας

    και μπαίνεις μες στο σπίτι του
    και τονε κατακλέβεις
    γι αυτό κι απ’ την καρέκλα σου
    αρνείσαι να κατέβεις-

    Καλή σου μέραν άρχοντα
    που όλο το σκυλολόι
    το μάζεψες και το ‘βαλες
    απύλωτα να τρώει.

    Εσύ όμως Παυλόπουλε ,
    ήρεμος, μυαλωμένος…
    αλλά με τ’ αστυνομικά
    μακριά είσαι νυχτωμένος

    Παίρνεις παιδάκια αμούστακα,
    τα κάνεις αστυνόμους
    και ύστερα ενάντια
    τα ξαμολάς στους νόμους.

    Και κείνα δε γνωρίζουνε
    πώς πρέπει να φερθούνε
    και τα εξ αμάξης τα φτωχά,
    απ’ όλους μας ακούνε.

    Μάθε λοιπόν Παυλόπουλε-
    δεν είν’ η αστυνομία
    ένα μπιστόλι, μια στολή,
    και μια ασυδοσία

    αλλά να είναι θα ’πρεπε
    εκπαίδευση αρτία,
    άκρως ευαίσθητη ψυχή
    κι αισθήσεις σ’ απαρτία.

    Κι αισθήσεις έχουν και ψυχή
    οι αστυνομικοί σας
    μα πού είναι Παυλόπουλε
    η εκπαίδευση η καλή σας;

    Τους την εδώσατε ποτέ;
    Απάντησε Προκόπη!
    Αυτιά για να σ’ ακούσουνε
    γεμίσαν όλοι οι τόποι.

    Μα τι να πεις…και τι να πω…
    Μέσα σε όλα τ’ άλλα
    μες στου Χαμού τον ωκεανό
    και η ΕΛ.ΑΣ μια στάλα…

    (Και συ πού είσσι Πάγκαλε;
    Έλα να με βοηθήσεις
    κι εγώ όσους δε σατίρισα
    έλα εσύ να βρίσεις!..

    Και φέρε το λιοντάρι σου
    να το ‘χω εδώ μαζί μου
    μήπως το μάθω κι ορεχτεί
    κρέας απ’ του Μαξίμου)

    Καλήν ημέρα σου Άκη μου
    που αν ζούσε ο Μουσολίνι
    στη γελοιότητά σου μπρος
    το γόνυ θα είχε κλίνει

    και στη μεγαλοπρέπεια
    των χειρονομιών σου
    σα γρίπη ενώπιον θα ‘νιωθε
    βαρείας κάποιας νόσου.

    Καλή σου μέρα που λεφτά
    μας στοίχισαν τα όπλα
    τριπλάσια με όσα εφάρμοσες
    για να μασήσεις κόλπα.

    Γεια σου και Νεονάκη μου
    που δε χρειαζόταν κλάμα
    μόνο το κλεψιμέϊκο
    να ‘δινες πίσω πράμα,

    δυο τρία να εφτιάχναμε νοσοκομεία μεγάλα
    τριάντα σχολειά, τρεις εκκλησές
    και κτίρια κάμποσα άλλα.

    Ή, αν θέλεις, να σιτίζαμε
    για τριανταπέντε χρόνια
    όλα της γης τα ορφανά
    που υποσιτίζοντ’ αιώνια.

    Καλήν ημέρα σας κι εσάς
    τρανοί πολιτικοί μας
    που ωρύεστε για τις ζημιές
    που ‘φερ’ η εξέγερσή μας.

    Έτσι εσείς να σκούζατε,
    σας θέλαμε όχι τώρα,
    μα όταν ρημαζόντανε
    απ’ τη ρεμούλα η χώρα.

    Μα πώς αφού οι ίδιοι εσείς
    ήσασταν ρημαχτές της;
    Πώς αφού σεις την κλέβατε
    απάνω απ’ τις πληγές της;

    «Ποιος θα πληρώσει τις ζημιές;»
    όλο μας τσαμπουνάτε.
    Γυρίστε όσα κλέψατε
    κι ύστερα να μιλάτε.

    Όλοι σας περισπούδαστοι
    είστε θεατρινίσκοι.
    Όποιος σηκώσει ό,τι βρωμά
    σάς αποκάτου βρίσκει.

    Κλέψατε-θα πληρώσετε!
    Φάγατε; Θα ξεράστε!
    Δολοφονείτε τα παιδιά;
    Τη ζωή κι εσείς θα χάστε!

    Λίγες οι μέρες σας αισχροί!
    Τίποτα δε σας σώζει!
    Μαύρο κοράκι του Χαμού –
    ακούτε;-η νιότη κρώζει!

    Καλήν ημέρα να σας πω;
    Όμως εσεις οι ίδιοι
    τη μαύρη πόρτα ανοίξατε
    μα χρήμα γι αντικλείδι.

    Μα τίποτ’ άλλο δε θα πω.
    Ό,τι ν’ ακούστε είστ’ άξιοι
    επάνω από τους τάφους σας
    το Φως θα το φωνάξει.

    Και, φίλοι αστυνομικοί,
    -όχι!- δε σας μισούμε!
    κι όταν τραυματιζόσαστε
    -όχι!- δε θα χαρούμε!

    Παιδιά φτωχά είστε και σεις
    που η μοίρα το ’χει φέρει
    τη δυστυχία και οι δυο
    να έχουμε για ταίρι:

    Σεις χαμηλόμιστοι και μεις
    στην ανεργία χωμένοι-
    πεδίο αντιπαράθεσης
    μετάξυ μας δε μένει.

    Και αν με σας τα βάζουμε
    είναι γιατί καρσί μας
    αυτοί σας βάζουν, να κρυφτούν
    από τη δίκια οργή μας.

    Μα πού θα πάει; Μέρα μια
    θα σμίξουμε οι δυο μας-
    γιατί αυτό όχι εμείς και σεις,
    μα το ζητά ο λαός μας-

    και στη γωνιά θα βάλουμε
    κεινούς που μας σκοτώνουν
    κι αν τη θανή γλιτώσουμε
    μας χιλιοφαρμακώνουν.

    Καλήν ημέραν άρχοντες
    κι αν είναι ορισμός σας
    πως πλέον πάει, ξοφλήσατε,
    να πω στ’ αρχοντικό σας.
    Γεια σας και να μας γράφετε
    καμιάν επιστολή
    μιας και στα πορτοφόλια σας
    θα λείψουμε πολύ.

    Καλήν ημέρα των «καφέ»
    όμορφες σερβιτόρες
    κι όλα καλά κι ωραία σας,
    μα όμως ώρες ώρες

    είστε πολύ αγέλαστες.
    Βάλτε ένα χαμογέλιο!
    Χρυσό ραβδάκι γίνετε!
    Μην μένετε φραγγέλιο!

    Καλήν ημέρα Κου Κου Ε
    που στη Βουλή όταν μπήκες
    πια όχι όπως ήξερες
    αλλά όπως τα βρήκες.

    Γεια σου ΠΑΣΟΚ που έδωσες
    της μάσας τη σκυτάλη
    να φάει λίγο κι η «Δεκσά»
    και πια την παίρνεις πάλι.

    Γεια σας τρακόσοι της Βουλής
    που η χώρα θα σωνόταν
    αν ο καθένας από σας
    ευθύς ξεπαστρευόταν.

    Καληνημέρα βομβιστες –
    λιοντάρια δίχως χήτη-
    προσέξτε μη απ’ τις βόμβες σας
    ανοίξει καμιά μύτη…

    Κι αφήστε τους ανέμυαλους
    εκείνους καμικάζι-
    παλαιστινίους κι ιρακινούς-
    το αίμα τους που βράζει,

    να πάνε να σκοτώνουνε
    κι άλλους και τον εαυτό τους-
    λαοί αυτοί είναι βάρβαροι
    καλούς δεν έχουν τρόπους,

    και -οι άξεστοι- αφανίζουνε
    τους εκμεταλλευτές τους.
    Γι αυτούς καμία ποίηση
    δε θα ‘χει αναπαίστους.

    Ενώ για σας, τους ευγενείς,
    που φέρεστε ανθρωπίνως
    πολλά ποιήματα κρατεί
    των ποιητών το σμήνος,

    Και ξέρετε-ω θεοσεβείς πολιτισμένοι φίλοι;
    Στις βόμβες σας μη βάλετε
    λέω, ξανά, φυτίλι,

    μα ένα μαγνητόφωνο.
    Κι όσοι από κει περνούνε
    αντί για κρότους βάρβαρους
    «μπαμ!» μια φωνή ν’ ακούνε.

    Καληνημέρα Ευρώπη συ
    που ενώνεσαι ολοένα
    μ’ ακόμα είναι τα κράτη σου
    ανάμεσά τους ξένα.

    Και τρώγονται ποιο πιότερο
    θα κλέψει από τ’ άλλο
    και που –τυχαίως…-τρώει καλά
    πάντα το πιο μεγάλο.

    Γεια σου Ελλάδα που όλοι σου
    οι πολιτικοί «τα πιάνουν’
    και βίλλες χτίζουν κι όμορφη
    ζωή και πλούσια κάνουν.

    Καλήν ημέρα ιερείς,
    ληστές του λαού με γάντια
    ιιου ευθύνη έχετε τρανή
    στης χώρας την κατάντια

    και που αν τα ράσα βγάζατε
    και παύατε το ψέμα
    νέο και ολοζώντανο
    θα ‘βαζε η χώρα αίμα.

    Γεια σου Εκκλησά πόρνη γριά
    και πολυστοματούσα
    όπου αμπέλια εσύ τρυγάς
    είτε φτωχά είτε πλούσ’α

    και δυναμώνεις και πολύ
    περσότερο ληστεύεις
    και δεν σε νοιάζει σ’ οποιανής
    δίχτυα κι αν πέφτεις χλεύης.

    Γεια σου Εκκλησία βδέλυγμα!
    Κοράκι του θανάτου!
    Που είναι για σένα η ζωή
    στέρνας χρυσός απάτου.

    Κι όλο ρουφάς κι όλο μασάς
    και όλο και χοντραίνεις
    κι άμετρα ας έχεις θύματα
    και πάλι δε χορταίνεις.

    Γεια σου Εκκλησά που του θεού
    τις σάρκες συ ξεσχίζεις
    και τον Παράδεισο πουλάς
    και Κόλαση κερδίζεις.

    Γεια σου Εκκλησία ύαινα
    που όχι των ζωντανώνε
    μα και νεκρούς σα βρίσκεις, τρως
    τις σάρκες και κεινώνε.

    Γεια σου Εκκλησά που όπου δεις
    πόνο και δυστυχία
    πουλάς νεράκι καθαρό
    για μια περιουσία.

    Γεια σου Εκκλησά, Μοίρα κακή
    του άμοιρου τ’ ανθρώπου-
    ανθρώπου γέρου ή μικρού-
    ανθρώπου όποιου τόπου,

    που αν υπήρχε διάβολος
    θα ‘σασταν συνεταίροι
    αρκεί και μες στην Κόλαση
    νσ ‘ταν να βάλεις χέρι.

    Γεια σου Αρχιεπίσκοπε
    που κάτω από τα ράσα
    κρύβεις τους βρώμιους όμοιους σου
    που πιάστηκαν στα πράσα.

    Καληνημέρα υπουργέ τπς άμοιρης Παιδείας τα όρια που ξεπέρασε πλέον και της αηδίας,

    κι όταν ακούμε να μιλούν
    γι αυτήν, δεν αντιδρούμε,
    γιατί άλλο δεν προσμένουμε
    χειρότερο να ιδούμε.

    Και, Στυλιανίδη, τσαμπουνάς
    πως απερισκεψία
    του Αλέξη ο φόνος ήτανε
    απ’ την αστυνομία!

    Όμως με τέτοια λέγοντας
    εμένανε με κάνεις
    να λέω πως σκέψη λογική
    θα ‘τανε να πεθάνεις…

    Γεια σου Αβραμόπουλε και συ
    της Αρκαδίας τζιμάνι
    που δέκα η αγυρτεία σου
    κι η αλήθεια σου μια κάνει.

    Οι χίτες σε ψηφίσανε
    κι οι ταγματασφαλίτες
    της Τρίπολης, που μέσα της
    κρυφτήκαν -οι αλήτες-

    όταν του Εμφύλιου κόπασε
    η λαύρα και η πύρα΄
    γι αυτό και μυρωμένος συ
    με τέτοια είσαι μύρα.

    Γεια σου επισκόπου η θωριά
    κι η μυλωνά καρδία:
    δούλευε-δούλε-δούλευε
    το λαό μας με μανία.

    Στη γη επάνω βρέθηκες,
    κάτι να κάνεις πρέπει.
    Και κάνεις τη γεμάτη σου
    ταίζεις ακόμα τσέπη.

    Γεια σας και σας ω! υπουργοί
    της Εθνικής Αμύνης
    που ούτε σας τα τρισέγγονα
    δε θα χαθούν εκ πείνης

    αφού απ’ όσα γι αγορές
    στους ευρωπαίους σκάζετε
    δύο φορές περσότερα
    στη μέσα τσέπη βάζετε.

    Καλήν ημέρα πρόεδρε
    και σένα της Βουλής μας
    του Καταγώγιου αυτού ληστών
    και διαφθοράς και μίζας.

    Κάπελας είσαι άριστος::
    σ’ ένα μπουρδέλο πρέπει
    μία τσατσά καθώς εσύ
    που όλα να τα βλέπει,

    και όλα με την πορνική
    την αύρα να τα ντύνει
    ώστε απ’ αυτόν τον τζερτζελέ
    μα κονομάει και κείνη.

    Καλήν ημέρα και χρηστοί,
    θείοι βιομήχανοί μας
    που το δαιμόνιο σ’κώνετε
    στα ύψη της φυλής μας

    και όταν κάτι πάει στραβά
    κι έχετε γκίνιες, τότε
    τους αστακούς αφήνετε
    κι εργαζομένους τρώτε.

    Καλήν ημέρα ναύαρχε
    Τάσο Παπαληγούρα
    λύκε προβάτων φύλακα
    με δέντρινη μαγκούρα!

    Για σένα η θάλασσα κρασί,
    μεζέδες τα καράβια
    κι οι πλοίαρχοι τζομπανόσκυλα
    κι οι ναύτες τα κουτάβια.

    Τρώγε και πίνε. Κι αν σου ‘ρθεί
    και σέ κάποια Σαμίνα,
    δήμαρχο υποψήφιο
    σε χρίζουνε γι Αθήνα.

    Κι Αλογοσκούφη, ακάθεκτος
    πολλά φκιάσε κλιμάκια-
    οι τσέπες κι αν αδειάσανε,
    υπάρχουν και τσεπάκια.

    Μα τώρα πάλι θα στραφώ
    προς τον μεγάλο Βούδα
    τη βραδυκίνητη, αργή,
    απρόθυμη αρκούδα

    που ‘χουμε για πρωθυπουργό.
    Και όμως κυβερνάει
    κι ακίνητος και καθιστός
    και δίχως να μιλάει…

    Άραγε όταν σηκωθεί
    πάλι θα κυβερνήσει
    ή την καρέκλα σπρώχνοντας
    όλα θα τα διαλύσει;

    Όμως πολλά τα είπαμε
    τα κάλαντα και φέτος
    και πρέπει να τελειώνουνε,
    γιατί το νέο έτος

    όπου και να ‘ναι ειν’ εδώ
    και πρέπει αυτά που γράφω
    να μπουν στο νέο βιβλίο μου
    (λίγο να πω: στον τάφο)

    Λοιπόν καλή νέα χρονιά
    εύχομαι σ’ όλους τώρα.
    Του χρόνου πάλι-ως τότε αν
    υπάρχει αυτή η χώρα.

    Καλήν ημέραν «άρχοντες»
    και βγάλτε το σκασμό σας
    ώστε Λαού τη γέννηση
    να πω στο αρχοντικό σας.

    Λαός λοιπόν γεννήθηκε
    τις μέρες του Δεκέμβρη
    που θα σαρώσει ό,τι στραβό
    στο δρόμο του θα έβρει.

    Τα Σκάνδαλα ο πατέρας του,
    η Διαφθορά η μητέρα-
    τρώγοντας πείνα εθέριεψε
    και σπάει όλη μέρα.

    Σπάει και καίει και χαλά
    ώσπου όλα να γκρεμίσει
    και νέο κάτι κι όμορφο
    με χέρια αγνά να χτίσει.

    Κι εδώ που τραγουδήσαμε
    η πέτρα θα ραϊσει
    κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
    γρήγορα θα λακίσει.

    Γιώργης Χολιαστός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: