Ο σταυρός του Σταύρου

– Γιατί τέτοια μούτρα, ρε Σταύρο; Πέσαν’ τα καράβια σου έξω;
Ο Σταύρος δεν απάντησε, για να μη μαλώσει με τον καφετζή. Αυτός όμως επέμεινε.
– Πώς κι έτσι τέτοια ώρα δεν είσαι στη δουλειά;  Έχετε ρεπό ή πάλι εσείς οι αριστεροί απεργείτε;
Τα ‘θελε ο πισινός τού καφετζή, αλλά ο Σταύρος δεν είχε τη δύναμη να κάνει φασαρία.
Μετά από 22 χρόνια δουλειάς στον ίδιο εργοδότη -για να μη μετρήσει τις δεκαετίες που ο συχωρεμένος ο πατέρας του δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο- είχε πάρει το ολιγόλογο, ψυχρό και τυπικό χαρτί της απόλυσης.
Ο Σταύρος ήταν ενημερωμένος.  Ήξερε τα περί οικονομικής κρίσης, ανησυχούσε μήπως υλοποιήσουν και στο δικό τους εργοστάσιο αυτές τις καινούργιες ιδέες για ελαστική εργασία ή προσωρινή διαθεσιμότητα ή εβδομάδα τεσσάρων ημερών. Φοβόταν και για τους νεότερους εργάτες, που είχαν προσληφθεί μόλις πέρυσι, αλλά δεν περίμενε να απολύσουν τον ίδιο. Είκοσι δύο χρόνια τώρα δούλευε σαν το σκυλί. Σαν να ‘ταν δική του δουλειά. Δεν πήρε ούτε μια μέρα αναρρωτική άδεια, εκτός βέβαια από τότε που η μηχανή τού «μάσησε» ένα δάχτυλο από το αριστερό χέρι.
Τότε ήταν που ο ίδιος ο βιομήχανος είχε έρθει στο πόστο του, για να επιδοκιμάσει την αφοσίωσή του και κυρίως το γεγονός ότι ο Σταύρος δεν ζήτησε δραχμή αποζημίωση.
«Μακάρι όλοι οι υπάλληλοί μου να ήταν τόσο εργατικοί», του είχε πει τότε το μεγάλο αφεντικό, κάτι που επί μία εβδομάδα ήταν το βασικό θέμα στα πειράγματα των συναδέλφων.
– Άντε, Σταύρο. Σύντομα σε βλέπουμε επιστάτη.

*************************************
Ο καφετζής σέρβιρε χωρίς άλλη κουβέντα -κατάλαβε ότι δεν τον έπαιρνε- τον καφέ και ένα ποτήρι νερό που είχε περισσότερες φουσκάλες από τον σκέτο ελληνικό που άφησε στο τραπέζι, ένδειξη ότι δεν είχε ξεπλύνει επαρκώς το ποτήρι από τις σαπουνάδες.
– Φέρε μου κι ένα μικρό εμφιαλωμένο, του φώναξε ο Σταύρος και ρούφηξε μια καυτή γουλιά καφέ.
Κοίταξε το ρολόι του. Τέτοια ώρα είχαν το διάλειμμα για τσιγάρο στο προαύλιο, όπου μέσα σε μόλις πέντε λεπτά προλάβαινε με τους συναδέλφους του να ανταλλάξουν πειράγματα, να μαλώσουν για τα πολιτικά και να κάνουν σχέδια για το Σαββατοκύριακο.
Ήταν η πρώτη ημέρα της ανεργίας του κι όμως ήξερε ότι αυτό το πεντάλεπτο, όπως και το μεσημεριανό «τσιμπούσι» στο διάλειμμα για φαγητό, θα του έλειπαν περισσότερο. Και φυσικά οι φίλοι του.
«Φίλοι», μονολόγησε με πίκρα και του ήρθε στο μυαλό η εικόνα των συναδέλφων του, όταν τον είδαν να περνάει αμίλητος μπροστά από τα μηχανήματα με το φάκελο στα χέρια. Είχαν ήδη μάθει την απόλυσή του, αλλά κανείς δεν είχε μια κουβέντα παρηγοριάς να του πει. Οι συνδικαλιστές, μάλιστα, είχαν φροντίσει να εξαφανιστούν εκείνη την ώρα στις τουαλέτες ή στην αποθήκη. Σιγά μην τον στήριζαν.  Όχι μόνο δεν τους είχε ψηφίσει, αλλά είχε κατέβει αντίπαλος στις τελευταίες εκλογές, τολμώντας να αμφισβητήσει την παντοκρατορία του κόμματος στο συνδικάτο. Ας πρόσεχε.

**************************************
Ο καφές είχε κρυώσει.  Ήπιε μια τελευταία μεγάλη γουλιά μέχρι τα κατακάθια. Χάιδεψε ασυναίσθητα τη φουσκωμένη από τα χαρτονομίσματα της αποζημίωσης τσέπη του.  Ήταν μερικά χιλιάρικα, που ήξερε ότι θα του έφταναν μόνο για λίγους μήνες. Και μετά; Ο μεγάλος γιος του σπούδαζε φυσικός στα Γιάννινα. Η μικρή πήγαινε στα φροντιστήρια για τις πανελλήνιες, το γραμμάτιο του σπιτιού έτρεχε, οι πιστωτικές κάρτες ήταν στο κόκκινο.
Και πού να βρεις άλλη δουλειά σε αυτή την ηλικία και σε συνθήκες τέτοιας κρίσης;
Ξανακοίταξε το ρολόι του.  Έπρεπε να κάνει τα χαρτιά του για το ταμείο ανεργίας και μετά να γυρίσει στο σπίτι να πει τα «ευχάριστα» στη γυναίκα του, που, η καημένη, έκανε σχέδια για εκδρομή το Πάσχα.
Φώναξε τον καφετζή να πληρώσει, όταν μπήκε στο καφενείο ο Λευτέρης ο λαχειοπώλης.  Ήρθε κατευθείαν στο τραπέζι του, εξάλλου ήταν ο μόνος θαμώνας.
– Τριπλό τζακπότ στο Λαϊκό, αύριο κληρώνει, είπε ο Λευτέρης από συνήθεια, αν και ήξερε ότι ο Σταύρος δεν αγόραζε ποτέ λαχεία.
– Ε, Λευτέρη, δώσε μου μια σαραντάδα, του φώναξε ο Σταύρος και έβγαλε το πακέτο με τα χαρτονομίσματα από την τσέπη.
Ο αριστερός Σταύρος, που ο πατέρας του ήταν καπετάνιος στον εμφύλιο και είχε περάσει μια δεκαετία «διακοπών» στα ξερονήσια, πήρε το λαχείο που έληγε σε 22 και το ‘βαλε στην άλλη τσέπη.  Όταν θα έφτανε σπίτι θα το έβαζε στο εικονοστάσι. Ποιος ξέρει, μπορεί και να γίνονται στ’ αλήθεια θαύματα.

Advertisements

~ από gaios στο Απρίλιος 6, 2009.

Ένα Σχόλιο to “Ο σταυρός του Σταύρου”

  1. πολύ καλό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: