Η οδύσσεια ενός ξελιγωμένου


Ο Πελοπίδας ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς η οικονομική κρίση των αμερικάνικων τραπεζών είχε φτάσει στο δικό του πορτοφόλι. Και να πει κανείς ότι δεν ήταν ενημερωμένος; Και τηλεόραση έβλεπε, όλες τις ενημερωτικές εκπομπές μάλιστα, και εφημερίδα αγόραζε τις Κυριακές. Και όμως, όλες οι αναλύσεις, τα μέτρα, οι προβλέψεις είχαν δημιουργήσει μια ομίχλη στο μυαλό του, όση ακριβώς χρειαζόταν, ώστε να μην μπορεί να αποδώσει, ως πολίτης, ευθύνες στους πραγματικούς υπεύθυνους για το προσωπικό του χάλι.
Ο Πελοπίδας δούλευε 22 χρόνια στην ίδια επιχείρηση. Πρώτη φορά όμως δεν τα ‘βγαζε πλέον πέρα. Ας όψονται οι μειώσεις μισθών που τον είχαν οδηγήσει, μαζί με χιλιάδες άλλους ομοίους του, στην αγκαλιά των τραπεζών και των πιστωτικών καρτών τους.
«Πάλι καλά», σκεφτόταν, συγκρίνοντας την ομολογουμένως δύσκολη κατάστασή του με την απελπιστική εκείνων που είχαν μείνει άνεργοι ή αυτών που έπαιρναν σύνταξη 500 ευρώ.
Στην τελευταία μείωση μισθού του κατά 15% κάποιοι συνάδελφοί του είχαν προτείνει απεργία. Ο Πελοπίδας ούτε που ήθελε να ακούσει τέτοιες εξαλλοσύνες. Είχε πειστεί από την τηλεόραση ότι, αν οι εργοδότες έβαζαν αγγελία για πρόσληψη εργαζομένων με μισθό 500 ευρώ, θα γίνονταν ουρές έξω από τα γραφεία τους. Δεν είχε τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει τη ρήση του Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε» (αυτός έτρωγε μία φορά την εβδομάδα κρέας και μία φορά τον μήνα ψάρι), παρ’ όλα αυτά είχε περάσει μέσα του μια δόση ενοχής.
Έτσι, αισθανόταν περίπου υποχρέωσή του να στηρίξει τον εργοδότη του που 22 χρόνια τώρα του έδινε ψωμί. Βέβαια το αφεντικό του δεν δεχόταν με τίποτε να κόψει το παντεσπάνι του. Κρίση ξεκρίση, είχε κλείσει για τα Χριστούγεννα δωμάτιο για όλη την οικογένειά του και τους οικιακούς βοηθούς τους σε πολυτελές σαλέ με σπα στις ελβετικές Άλπεις.
Ο Πελοπίδας, πάλι, φέτος δεν θα πήγαινε πουθενά. Είχε προ μηνών πουλήσει το αυτοκίνητό του, σχεδόν τσάμπα, και χρησιμοποιούσε πλέον τα μέσα μαζικής μεταφοράς.  Όχι ότι τα άλλα χρόνια έκανε ΤΑ ταξίδια, αλλά πεταγόταν μέχρι το χωριό του, κυρίως για να μη μαζευτούν οι άλλοι συγγενείς στο σπίτι του. Φέτος θα έμενε σπίτι με τη γυναίκα και τα παιδιά του και θα άνοιγε την πόρτα μόνο στα παιδιά που έλεγαν κάλαντα, για το καλό του χρόνου.
– Ωχ, άργησα, είπε ο Πελοπίδας, που ξεχάστηκε στις σκέψεις του και παραλίγο να έχανε το λεωφορείο που θα τον πήγαινε στη δουλειά.
– Βρε, μη χειρότερα, είπε και ξόρκισε έτσι όλες τις δυσάρεστες σκέψεις από το μυαλό του. Εξάλλου ήταν τελευταία μέρα που δούλευε μέσα στο 2010, αφού από Δευτέρα θα έπαιρνε το υπόλοιπο αδείας του μέχρι την Πρωτοχρονιά.
Χαιρέτισε ευγενικά τον φύλακα στην είσοδο του εργοστασίου, αλλά εκείνος του άφησε την αίσθηση ότι τον κοιτούσε περίεργα.
Πήγε κατευθείαν στο «Γραφείο προσωπικού» να χτυπήσει την κάρτα του. Η κάρτα δεν ήταν στη θέση της.
– Μα τι στην ευχή, σκέφτηκε και άρχισε να ψάχνει πίσω από τις γλάστρες μήπως παράπεσε. Τίποτε. Μήπως κάποιος του έκανε πλάκα ή την πήρε κατά λάθος; Μήπως θα τις ανανεώσουν με αυτές τις σύγχρονες με το τσιπάκι που το αφεντικό ήξέρε ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται ο υπάλληλός του;
Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του προσωπάρχη να ρωτήσει. Ο Πελοπίδας δεν τον χώνευε. Ήταν ανιψιός του ιδιοκτήτη, τεμπέλης με πτυχίο, και φερόταν άσχημα στις γυναίκες που δούλευαν στην επιχείρηση. Τον βρήκε να λύνει sudocu στο γραφείο του.
Όταν ο «τεμπέλης» είδε τον Πελοπίδα, ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του.
– Βρε, καλώς τον…
– Καλημέρα, ξέρετε η κάρτα μου…
– Ξέρω, ξέρω, εγώ την πήρα.
– Μα γιατί; Τι θα κτυπήσω;
– Το κεφάλι σου στον τοίχο. Κύριε Πελοπίδα, η διοίκηση της επιχείρησης (εννοούσε τον θείο του) αποφάσισε τη διακοπή της συνεργασία σας. Μην το παίρνεις προσωπικά. Φεύγουν άλλοι δέκα συνάδελφοί σου.
– Δηλαδή, τι, πώς, τι εννοείτε;
– Πελοπίδα, απολύεσαι. Θα σου έλεγα να περάσεις από το λογιστήριο να πάρεις την αποζημίωσή σου, αλλά ο λογιστής λείπει σε άδεια. Θα την πάρεις μετά τις γιορτές. Άντε τυχερέ, καλοφάγωτα.

Ο Πελοπίδας δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι του συνέβη. Έκανε μηχανικά μεταβολή, έφυγε από το εργοστάσιο και ανέβηκε στο λεωφορείο, για να γυρίσει σπίτι του.
Αυτόματα ήλθε στο μυαλό του η διαφήμιση: «11 εργαζόμενοι απολύθηκαν στις 8 το πρωί από μια εταιρεία στην οποία δούλευαν από το ’88. Όλο μαζί… 11888. Τυχαίο; Δεν νομίζω».

Advertisements

~ από gaios στο Δεκέμβριος 12, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: